Posted in
Ετικέτες
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ
Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΩΝ ΠΕΤΡΩΝ
(Από τη Μαίρη Σερβίτη)
Με τον ίδιο τρόπο
(κατασκευή μολυβοθήκης )
μπορούμε να φτιάξουμε και διακοσμητικές
πέτρες
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!
Posted in
Ετικέτες
ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΜΟΛΥΒΟΘΗΚΗΣ
(Από τη Μαίρη Σερβίτη)
ΥΛΙΚΑ
1
Κουτί από γιαούρτι
Ακρυλικό
λευκό
2
πινέλα (1 μεγάλο για το λευκό ακρυλικό
και την κόλλα και 1 μικρό για το δεύτερο ακρυλικό)
Κόλλα ατλακόλ (ξυλόκολλα που όταν στεγνώσει
γίνεται διάφανη)
Εικόνες από περιοδικά (επιλογής σας)
Χαρτί κουζίνας
2 μπολ με νερό (μούλιασμα εικόνων)
1ο βήμα
Βάφουμε το κουτί με ακρυλικό χρώμα και αφήνουμε να
στεγνώσει. Περνάμε και δεύτερο χέρι και αφήνουμε να στεγνώσει.

2ο
βήμα
Επιλέγουμε τις εικόνες που μας αρέσουν και τις
κόβουμε.
3ο βήμα
Μουλιάζουμε τις εικόνες για 5-6 δευτερόλεπτα σε ένα
μπολ με νερό.
4ο βήμα
Στεγνώνουμε τις εικόνες με χαρτί κουζίνας (πάνω – κάτω).
5ο βήμα
Βάζουμε κόλλα στο κουτί στα σημεία που θα κολλήσουμε
την εικόνα
6ο βήμα
Τοποθετούμε τις εικόνες και στρώνουμε με τα δάχτυλά
μας
7ο βήμα
Περνάμε με πινέλο την κόλλα πάνω από την εικόνα και αφήνουμε να στεγνώσει. Περνάμε και δεύτερο χέρι και αφήνουμε να στεγνώσει.
8ο βήμα
Με ακρυλικό χρώμα της επιλογής μας βάφουμε το
υπόλοιπο κουτί όχι τις εικόνες.
9ο βήμα
Περνάμε με πινέλο ατλακόλ σε όλη την επιφάνεια και
αφήνουμε να στεγνώσει.
10 βήμα
Τοποθετούμε τους μαρκαδόρους, μολύβια , ξυλομπογιές
στη μολυβοθήκη που φτιάξαμε με τα χεράκια μας.
Χρήσιμες συμβουλές
1.
Στην
επιφάνεια εργασίας στρώνουμε εφημερίδες ή ένα παλιό τραπεζομάντιλο για να μη
λερώσουμε το χώρο.
2.
Φοράμε
πρόχειρα ρούχα γιατί το ακρυλικό δε βγαίνει αν λερωθούν.
3.
Μπορούμε
να μειώσουμε το χρόνο αναμονής αν στεγνώσουμε με πιστολάκι μαλλιών.
Ευχαριστούμε Μαίρη!!!!!!!!!!!!!!!
Posted in
Ετικέτες
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013
Η ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ιε’ 11-3211 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
«Πατέρα, συγχώρεσέ με»!
Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός, η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.
Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;
Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιο του και αμέσως «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;
Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























































